τεταγμένων

τεταγμένων
τάσσω
draw up in order of battle
perf part mp fem gen pl
τάσσω
draw up in order of battle
perf part mp masc/neut gen pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • нарѧдити — НАРѦ|ДИТИ (32), ЖОУ, ДИТЬ гл. 1.Снарядить, приготовить, привести в порядок: и хранѧщю же и любовластьцю. пѹстыню нарѧдившю възвѣстившю монастырѥмъ. варваръ нашествиѥ. съблюдатисѧ. (τεταγμένων) ПНЧ 1296, 145; добиша челомъ новъгородьци... чтобы… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • ακοομετρία — Σύνολο πειραματικών μεθόδων, οι οποίες επιτρέπουν να προσδιοριστεί ποσοτικά η ακουστική ικανότητα ενός ατόμου. Με τη στενή του έννοια, ο όρος σημαίνει έναν περιορισμένο αριθμό μεθόδων μέτρησης και ιδιαίτερα αυτές που μπορούν να προσφέρουν σε έναν …   Dictionary of Greek

  • αστροφυσική — Κλάδος της αστρονομίας που εξετάζει τη χημική σύνθεση και τη φυσική κατάσταση των ουράνιων σωμάτων, τη θερμοκρασία και τη σύσταση της ατμόσφαιράς τους, την ένταση και την ανάλυση του φωτός τους και, γενικότερα, αναπτύσσει μεθόδους για την… …   Dictionary of Greek

  • ζήτηση — Η ποσότητα ενός αγαθού που μπορεί να βρει αγοραστή. Ειδικά, ατομική ζ. ενός αγαθού είναι η ποσότητα του αγαθού που έχει διάθεση να αποκτήσει ο καταναλωτής σε μια δεδομένη τιμή. Η ζ. μπορεί να επηρεαστεί από διάφορους συντελεστές. Ένας είναι η… …   Dictionary of Greek

  • ολοκληρογράφος — Όργανο που χαράσσει την ολοκληρωτική καμπύλη μιας δεδομένης καμπύλης. Δηλαδή, αν μας δοθεί η καμπύλη y = f(x), ο ο. επιτρέπει να σχεδιαστεί η καμπύλη: y=? χ χ0 f(χ)dχ. Πρακτικά, ο ο. μας δίνει τη δυνατότητα να υπολογίσουμε κατά προσέγγιση την… …   Dictionary of Greek

  • παρατέμνω — Α 1. κόβω από τα πλάγια ή κατά μήκος ή κατά τα άκρα 2. (με γεν. διαιρ.) κόβω ένα μέρος από κάτι («δεῑ καὶ τοῡ σώματος αὐτοῡ παρατέμνειν ὑπὲρ σωτηρίας τοῡ παντός», Αριστείο.) 3. κόβω λοξά («ξύλα παρατετμημένα», επιγρ.) 4. κόβω εσφαλμένα, κάνω… …   Dictionary of Greek

  • σπορά — Η γεωργική εργασία της τοποθέτησης του σπόρου στο οργωμένο έδαφος. Παλιότερα γινόταν με το χέρι και, ανάλογα με το είδος της καλλιέργειας, οι σπόροι ή διασκορπίζονταν προς όλες τις κατευθύνσεις ή τοποθετούνταν σε αυλακιές. Σήμερα, εξαιτίας της… …   Dictionary of Greek

  • στροφοειδής — ές, Ν μαθημ. φρ. «στροφοειδής καμπύλη» ο γεωμετρικός τόπος τών σημείων μιας μεταβλητής ευθείας που διέρχεται από ένα σταθερό σημείο κείμενο πάνω στον άξονα τών τετμημένων έτσι ώστε η απόσταση από τα σημεία ώς την τομή τής ευθείας με τον άξονα τών …   Dictionary of Greek

  • χρονοδιάγραμμα — το, Ν 1. γραφική παράσταση τής οποίας ο άξονας τεταγμένων υποδιαιρείται σε κλάσματα χρόνου, έτσι ώστε οι διακυμάνσεις τού μετρούμενου στον άξονα τών τετμημένων μεγέθους να απεικονίζονται κατά τη σειρά τής χρονικής τους διαδοχής 2. (γενικά)… …   Dictionary of Greek

  • αναλυτική γεωμετρία — Με τον όρο αυτό νοείται το σύνολο των μεθόδων που επιτρέπουν συστηματικά τη μετάφραση γεωμετρικών προβλημάτων σε προβλήματα αναλυτικά και, σε συνέχεια, τη γεωμετρική παράσταση των αποτελεσμάτων, τα οποία προκύπτουν. Ως θεμελιωτές της α.γ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”